Τόποι συνάντησης, επικοινωνίας και ψυχαγωγίας από το μπαρόκ, στο σήμερα και στο αύριο (β’ μέρος) Καφενεία

Συνεχίζοντας τον τρόπο επικοινωνίας των ανθρώπων , στο μάθημα της Μουσικής , οι μαθητές της Έ τάξης, ασχολήθηκαν με τη μουσική και τον τρόπο που αυτή μπορεί να αποτελέσει μέσο επικοινωνίας αλλά και ψυχαγωγίας για τους ανθρώπους. Με σημείο εκκίνησης την εποχή του μπαρόκ, οι μαθητές διερεύνησαν τον τρόπο που επικοινωνούσαν χρησιμοποιώντας τον μη λεκτικό κώδικα μέσω της μουσικής και του χορού.

Στο μάθημα των Εικαστικών, οι μαθητές κλήθηκαν να βρουν πίνακες ζωγραφικής όλων των περιόδων που διδάχθηκαν. Επιλέγοντας κάποιους από αυτούς, αποφάσισαν να τους αναπαραστήσουν, δημιουργώντας tableau vivant (ζωντανοί πίνακες).

Επόμενο στάδιο εργασίας ήταν το “πρόσωπο” της επικοινωνίας. Παρελθόν-μέλλον. ‘Εχοντας κατευθυντήρια γραμμή την ανάλυση που είχε γίνει στο μάθημα της μουσικής, οι μαθητές έπρεπε να σχεδιάσουν την “κυρία” επικοινωνία και να διηγηθούν την ιστορία της. Σχεδίασαν τη μορφή ενός προσώπου και μέσα σε αυτό άρχισαν να διηγούνται και να καταγράφουν την επικοινωνία του παρελθόντος και  πώς αυτή θα εξελιχθεί στο μέλλον.

Σχετικά με το θέμα της επικοινωνίας που αναπτυσσόταν στα καφενεία, επεξεργαστήκαμε δύο πίνακες ζωγραφικής:

 

«Καφενείο, “Ο σοφός Κοραής”» (1981), Νίκη Καραγάτση

 

https://www.nationalgallery.gr/el/sulloges/collection/sulloges/kapheneio—-o-sophos-korais.html

 

«Καφενείο» (1957), Παναγιώτης Τέτσης

 

https://www.nationalgallery.gr/el/sulloges/collection/sulloges/kapheneio.html

 

Οι μαθητές και οι μαθήτριες κλήθηκαν να δημιουργήσουν αρχικά μία ιστορία σχετικά με το καφενείο που παρουσιάζεται στον πίνακα της Νίκης Καραγάτση:

 

“Παιχνίδι επεξεργασίας” του έργου τέχνης

Σύνθεση των παρατηρήσεων

 

Στον πίνακα βλέπουμε ένα ήσυχο και έρημο καφενείο μιας πόλης, το οποίο είναι παλιάς εποχής, της εποχής του 1914, καθώς βλέπουμε μια παλιά σόμπα αλλά και παλιά έπιπλα. Οι τοίχοι έχουν σκοτεινά χρώματα, σε αποχρώσεις του μπλε και του καφέ. Το πέρασμα του χρόνου καταστρέφει το χρώμα και τη ζωντάνια τους. Οι σκοτεινοί τοίχοι του καφενείου είναι διακοσμημένοι με πέντε παλιές καφέ κορνίζες που απεικονίζουν γυναίκες παλιάς εποχής.  Οι γυναίκες στους πίνακες είναι νέες και περιποιημένες. Μοιάζουν με νύφες στολισμένες που περιμένουν τον άντρα της ζωής τους. Αυτό είναι και το μόνο διακοσμητικό στοιχείο στο καφενείο.

Από το ταβάνι  κρέμονται δύο παλιές λάμπες με μακριά καλώδια. Η μία λάμπα έχει καπέλο, ενώ η άλλη είναι σκέτη. Η αριστερή λάμπα είναι σπασμένη. Είναι σβηστές με αποτέλεσμα το καφενείο να φαίνεται μουντό και καταθλιπτικό. Στη μουντάδα του καφενείου αφού οι λάμπες δεν προσφέρουν φως, το ηλιοβασίλεμα εισχωρεί ανενόχλητο στο καφενείο από τα ανοικτά παράθυρά του. Δεξιά, υπάρχει ένα κλειστό παράθυρο, που έξω απ’ αυτό βρίσκεται ένα πουλάκι. Το μεγάλο παράθυρο βλέπει ένα ωραίο σοκάκι. Βλέπουμε ακόμα ένα μισάνοιχτο παράθυρο, το οποίο φωτίζει λίγο τον χώρο αυτό.  Στη δεξιά πλευρά του καφενείου υπάρχει μια σόμπα παλιάς κατασκευής, για να ζεσταίνει τους ανθρώπους. Το χρώμα της είναι γκρι-μπλε με χάλκινες λεπτομέρειες, με μία σωλήνα, ένα μεγάλο μπουρί, να φτάνει σχεδόν μέχρι το ταβάνι. Φαίνεται ότι είναι παλιά και πολυχρησιμοποιημένη, από τις γρατζουνιές και τις σκουριές. Υπάρχουν σιδερένια τραπέζια με λευκό μάρμαρο για να κάθονται οι άνθρωποι και διασκορπισμένες ξύλινες καρέκλες. Δείχνει να έχει ένα μουντό περιβάλλον και αυτό οδηγεί τους πελάτες να μην έχουν ευχαρίστηση.

Σε  αυτό το παλιό καφενείο της πόλης, μοναδικός επισκέπτης είναι ένας καλοντυμένος άντρας που φοράει όμορφα, παλιά, κλασικά χειμωνιάτικα ρούχα, μαύρο κοστούμι, μια κόκκινη γραβάτα  και άσπρο πουκάμισο. Κάθεται σταυροπόδι σ’ έναν ξύλινο, δερμάτινο καναπέ και πίνει τον καφέ του. Το ντύσιμο του είναι επίσημο, που σημαίνει ότι κάποια σημαντική δουλειά κάνει. Ο άντρας κάθεται μαζεμένος στην άκρη του καναπέ μόνος του και με σοβαρό ύφος διαβάζει  απορροφημένος την εφημερίδα του, παρά τη σκοτεινιά. Ίσως να θέλει να ενημερωθεί για κάποια σοβαρή πολιτική εξέλιξη ή για να μάθει τα νέα της ημέρας. Μοιάζει προβληματισμένος… Φαίνεται σκεφτικός γιατί κοιτάει προς το πάτωμα. Φαίνεται ότι κάτι τον απασχολεί. Μπορεί να έχει προβλήματα στην δουλειά του ή κάτι δυσάρεστο του έχει συμβεί. Η καρέκλα δίπλα του κοιτά εκείνον και όχι το τραπέζι. Ο καφές στο τραπέζι που κάθεται, δεν είναι στη μεριά του. Αυτό είναι ένα στοιχείο ότι υπήρχε ένα άλλο άτομο μαζί του. Στο ένα τραπέζι είναι ακουμπισμένο ένα ποτήρι νερό, που μας μαρτυράει ότι καθόταν πριν και άλλος άνθρωπος. Υπάρχει ένα ακόμα τραπέζι χωρίς καρέκλες και δύο καρέκλες μόνες τους κοντά στη σόμπα. Οι δύο καρέκλες που βρίσκονται κοντά στη σόμπα φαίνονται παρατημένες. Ίσως, κάποια παρέα κρύωνε λόγω του ότι ο καφετζής είχε ξεχάσει το μικρό παράθυρο, πάνω από το μεγάλο, ανοιχτό και έμπαινε μέσα παγωμένος αέρας. Ίσως, πάλι, λίγη ώρα πριν να είχε γίνει κάποιος τσακωμός. Μπορεί ο ίδιος ο άντρας να τσακώθηκε και η παρέα του να έφυγε.

Όλος ο χώρος είναι φτωχικός, όμως είναι καθαρός και κάπως ακατάστατος. Το γεγονός αυτό μπορεί να δείχνει τη φτώχεια του καφενείου ή της εποχής.

 

Στη συνέχεια, οι μαθητές και οι μαθήτριες περιέγραψαν το καφενείο στον πίνακα ζωγραφικής του Παναγιώτη Τέτση, συνθέτοντας από κοινού ένα κείμενο:

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΗΧΩΝ

Στον πίνακα βλέπουμε ένα πολυτελές καφενείο παλιάς κουλτούρας. Σε κάποιους φαίνεται μικρό, σοβαρό, περιορισμένο, στενό, στενόχωρο με λίγα στενά τραπέζια αλλά με πολλούς, αμέτρητους ανθρώπους που πίνουν τον καφέ τους. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι  ο χώρος είναι μεγάλος, με λουλούδια γύρω – γύρω, χρωματιστούς τοίχους με ζωντανά,  φανταχτερά χρώματα που δίνουν ζωντάνια στον χώρο και μια χαρούμενη νότα. Δε μοιάζει με τα υπόλοιπα της εποχής. Ο χώρος είναι αισιόδοξος, φιλικός, πολύχρωμος και φωτεινός, περιτριγυρισμένος με ανθρώπους που πίνουν τον καφέ τους και δεν είναι μοναχικός. Αυτό το κάνει να φαίνεται πιο εντυπωσιακό… Είναι ένα ευχάριστο, θορυβώδες και ζωντανό  νεανικό καφέ με νεαρά πρόσωπα. Πρέπει να είναι στέκι, φαίνεται αρκετά πολυσυζητημένο στην περιοχή εκείνη, γιατί όλα τα πολύχρωμα τραπεζάκια και οι καρέκλες του είναι γεμάτα με ανθρώπους που είτε έχουν φέρει την παρέα τους είτε την περιμένουν. Στο ραδιόφωνο ακούγεται μουσική εκείνης της εποχής που παίζει το πικάπ.. Άλλοτε ακούγεται από τα ηχεία η μελωδική φωνή του Έλβις Πρίσλεϊ, rock n’ roll, jazz μουσική και άλλοτε όμορφη, χαλαρωτική, ευχάριστη ίσως κλασική μουσική.  Όμως ο κόσμος είναι πολύς, με αποτέλεσμα να υπερισχύει ένα ενοχλητικό βουητό από τις συζητήσεις των ανθρώπων. Κάποια από τα πρόσωπα που είναι μέσα έχουν πέσει σε βαθιές σκέψεις, αλλά οι ομιλίες από τους ανθρώπους που βρίσκονται εκεί ακούγονται δυνατά. Ακούω πολλούς να μιλάνε για την καθημερινότητά τους και για πράγματα που τους απασχολούν.

Κατόπιν, πλησίασαν νοερά τα άτομα που παρουσιάζονται στον πίνακα και παρουσίασαν σε ένα συνολικό κείμενο τον τρόπο που αναπτύσσεται η επινοινωνία μεταξύ τους:

Πλησιάζοντας νοερά τα άτομα…

Οι πελάτες του καφενείου κάθονται σε μικρά τετράγωνα ή στρογγυλά τραπεζάκια και περιμένουν πότε θα έρθει ο σερβιτόρος για να τους πάρει παραγγελία. Κατά τη διάρκεια του φαγητού τους διαβάζουν εφημερίδες, αλλά και μιλάνε με τους γύρω τους. Ήρθε η ώρα να τους πλησιάσουμε…

Ένας κύριος έχει καθίσει μόνος στην δεξιά πλευρά του μαγαζιού στο κάτω δεξί τραπέζι. Φοράει τα συνηθισμένα του ρούχα, ένα πουκάμισο άσπρο με ανοιχτό γιακά, ένα μπλε ή μαύρο υφασμάτινο παντελόνι-καμπάνα και σκαρπίνια. Φαίνεται προβληματισμένος. Παρουσιάζει κούραση και βαριεστημάρα καθώς το χέρι του στηρίζει το κεφάλι του. Ίσως να σκέφτεται τον λόγο που δεν έχει φίλους. Μπορεί να σκέφτεται  και το μέλλον του ή ένα πρόβλημα του. Τα γεμάτα τραπέζια γύρω του κάνουν ακόμη μεγαλύτερη τη στεναχώρια του. Φαντάζεται ότι αν ήταν κι αυτός με την παρέα του στο καφενείο, θα έλεγαν τα νέα τους. Μπορεί όμως και να περιμένει και κάποιον που να έχει αργήσει. Φαίνεται να κοιτάζει την κοπέλα απέναντί του με το μπλε φόρεμα και έχει παραγγείλει καφέ που είναι γεμάτος ως επάνω. Άγνωστο αν δεν τον έχει πιει γιατί περιμένει να κρυώσει ή γιατί έχει αφαιρεθεί λόγω της κούρασής του. Ίσως πάλι να προσπαθεί να βρει τρόπο να μιλήσει στην κοπέλα που κάθεται απέναντί του, γιατί του αρέσει. Θέλει να της μιλήσει αλλά ντρέπεται. Κι αυτή άλλωστε έχει την ίδια στάση με αυτόν και μπορεί να κάνει παρόμοιες σκέψεις. Έτσι σκέφτεται και την κοιτάζει για να δει αν κι αυτή τον κοιτάξει και χαμογελάσει. Τις σκέψεις αυτές τις διακόπτει ο σερβιτόρος που πλησιάζει στο τραπέζι του και του προσφέρει κι άλλα ροφήματα.

Η κοπέλα που κοιτάζει αυτός ο άντρας φοράει ένα μακρύ, όμορφο, σκούρο μπλε φόρεμα, έχει καστανόξανθα μαλλιά πιασμένα αλογοουρά. Η κοπέλα φαίνεται να διαβάζει σκεπτική ένα γράμμα που της φέρνει δυσάρεστα συναισθήματα. Φαίνεται προβληματισμένη και πολύ στεναχωρημένη, γιατί κρατάει το μάγουλο της με αναστεναγμό. Κάθεται μόνη της γιατί θέλει με ησυχία  να διαβάσει το γράμμα που πιθανόν το περίμενε πολύ καιρό από τον αγαπημένο της. Πρέπει να είχε γίνει κάτι που την προβλημάτισε και σκέφτεται να βρει μια λύση για αυτό το πρόβλημα.

Τώρα παρατηρώ το ζευγάρι που είναι στο κέντρο. Η κοπέλα φαίνεται ξεκάθαρα. Είναι μια κυρία ψηλή και φοράει ένα όμορφο καταπράσινο φόρεμα και τακούνια. Έχει ξανθά, καλοχτενισμένα μαλλιά, πιασμένα σε αλογοουρά. Κρατάει μια τσάντα φάκελο. Φαίνεται δυναμική από την στάση του σώματος της. Συνοδεύεται από έναν κύριο που μπορεί να είναι ο αδελφός της ή ο άντρας  της. Η κυρία πίνει έναν γευστικό καφέ και φαίνεται να διηγείται κάτι. Ο άντρας που είναι δίπλα της είναι ελαφρώς σκυμμένος και κρατάει έντονα το κεφάλι του. Αυτός την ακούει με ευλαβική προσοχή ή μήπως η κοπέλα μιλάει πάρα πολύ και έχει ζαλιστεί; Μπορεί ακόμα ο σερβιτόρος να έχει καθυστερήσει και ο άντρας έχει αγανακτήσει!!!

Ο σερβιτόρος ξεχωρίζει γιατί φοράει την εργασιακή του στολή: μαύρο παπιγιόν, άσπρο πουκάμισο, άσπρο σακάκι, ένα μαύρο παντελόνι  και κρατάει έναν δίσκο. Εργάζεται στο καφενείο, πηγαίνοντας πάνω – κάτω στους πελάτες ό,τι επιθυμούν. Είναι το μόνο άτομο που επικοινωνεί με όλους, ρωτώντας τους ανθρώπους τι θα θέλανε για να πάρει την παραγγελία τους και να τους τα φέρνει.  Είναι κουρασμένος γιατί όλη μέρα τρέχει, κρατώντας περίτεχνα τον μεταλλικό του δίσκο πάντα φορτωμένο, πότε με γεμάτα πότε με άδεια ποτήρια και φλιτζάνια. Θα πρέπει να είναι συγκεντρωμένος σε αυτό  που κάνει καθώς, όταν μεταφέρει τα ποτήρια για τις κύριες και τους κυρίους, να μην του πέσει ο δίσκος. Αφού υπάρχει και μουσική περνάει ευχάριστα την ώρα του καθώς μπορεί να ανταλλάξει 2-3 κουβέντες με τα άτομα που κάθονται και απολαμβάνουν τον καφέ- χυμό τους. Είναι όμως και χαρούμενος γιατί με τόση πολλή δουλειά όλη την εβδομάδα έχει μαζέψει πολύ καλά φιλοδωρήματα και θα μπορέσει να συμπληρώσει τα χρήματα για να αγοράσει δαχτυλίδι για να κάνει πρόταση γάμου στην κοπέλα του.

Πίσω από τον σερβιτόρο στέκεται ένας κύριος με μια ωραία, μακριά μπλε καπαρντίνα με γιακά και ένα μπλε παντελόνι.. Το συγκεκριμένο  άτομο κοιτάει τα άλλα άτομα και ετοιμάζεται να φύγει έχοντας απολαύσει τον ελληνικό καφέ του. Φαίνεται πως σκέφτεται πού  θα πάει μετά και ίσως βιάζεται για κάποια δουλειά. Ίσως πάλι να σκέφτεται ότι όλοι έχουν κάτι να πουν αλλά αυτός είναι μόνος και νιώθει λύπη.

Ένας ψηλός άντρας στο κέντρο, σχεδόν, του  μαγαζιού που προχωράει προς το βάθος. Φοράει μπλε μπουφάν με ανασηκωμένο γιακά, και τζιν παντελόνι. Είναι ντυμένος σύμφωνα με την εποχή του ροκ εν ρολ. Κρατάει ένα χαρτοφύλακα και προχωρώντας, κοιτάει αριστερά και δεξιά ψάχνοντας τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού, για να του δείξει τα σχέδια που έχει ετοιμάσει για την ανακαίνιση του χώρου.

Στο βάθος, ένας άντρας μόλις απόλαυσε τον καφέ του με τον φίλο του. Φεύγει από το μαγαζί , φοράει το παλτό του, παίρνει την εφημερίδα του στο χέρι, αποχαιρετά τον ιδιοκτήτη του καφενείου και βγαίνει στο δρόμο.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.